17 Απριλίου 2009

Παιδικὴ Πασχαλιά


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.

Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.

Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!

Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ - Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς μίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὔτη νὰ τὴν ἐγγίση κἄν, ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπεταν-Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾿ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀποθάνη, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὠμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρυμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις! Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της. Ξού, ξένη!…

Ὡς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾿ ἀποκτήση μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε, οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸν μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾿ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρός, τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της, ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλαῖται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἠξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον κ᾿ ἔλεγεν:

- Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!

Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
……………………………………………………….
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.

Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.

Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»

Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.

Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.

Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.

Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.

- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.

- Ὄχι, ἡ δική μου.

- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.

- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.

- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;

- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!

- Τέτοια παλιολαμπάδα!

- Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…

- Νὰ κ᾿ ἐσύ!

- Νὰ κι ἄλλη μιά!

Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».

15 Απριλίου 2009

Η διεθνοποίηση της μόλυνσης του Ασωπού ποταμού μας αφορά όλους.

Μελέτες για τη συνεχιζόμενη ρύπανση του Ασωπού ποταμού και οι επιπτώσεις στη δημόσια υγεία αναμένεται να παρουσιαστούν σε συνέδριο που πραγματοποιείται την Μεγάλη Τετάρτη στις Βρυξέλλες. Διοργανωτές οι Οικολόγοι Πράσινοι.



Το συνέδριο, στο οποίο συμμετέχει ο ΣΚΑΪ, συνδιοργανώνουν το Ινστιτούτο Τοπικής Αειφορίας και Πολιτισμού.

Το συνέδριο θα παρακολουθήσουν στελέχη από τις επιτροπές περιβάλλοντος και υγείας.

Μιλώντας στο σταθμό η πρώην γενική επιθεωρήτρια Περιβάλλοντος Μαργαρίτα Καραβασίλη η οποία βρίσκεται στις Βρυξέλλες, ανέφερε ότι στην συνάντηση με κλιμάκιο της Κομισιόν, ανακοινώθηκε ότι θα αναθεωρηθούν τα όρια του εξασθενούς χρωμίου.

Πρόσθεσε ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αποδέχτηκε ότι πράγματι υπάρχει πρόβλημα με το εξασθενές χρώμιο.

Όπως είπε η κ. Καραβασίλη, η Ελλάδα παραβιάζει τις κοινοτικές οδηγίες και ότι μέχρι τον Μάρτιο του 2009 η Κομισιόν δεν έχει λάβει επίσημα στοιχεία.

Έκανε γνωστό ότι το κλιμάκιο της Κομισιόν, ζήτησε από όσους διαθέτουν στοιχεία να ενημερώσουν και να τα καταθέσουν ώστε να υπάρξει άμεσος έλεγχος.

Θα παρουσιαστεί βιντεοσκοπημένο μήνυμα της αμερικανίδας ακτιβίστριας Έριν Μπρόκοβιτς, ( οποία τονίζει στο μήνυμά της ότι η μόλυνση του Ασωπού είναι διεθνές περιβαλλοντικό πρόβλημα και χρειάζεται άμεση λύση).

Την ίδια ώρα, τις 30 χιλιάδες πλησιάζουν οι υπογραφές των πολιτών στην ιστοσελίδα Skai.gr/asopos που διαμαρτύρονται για την υποβάθμιση της περιοχής.

Τα νέα σχέδια του ΥΠΕΧΩΔΕ δημιουργούν την Αττική των 8 εκατομμυρίων κατοίκων, μια πόλη με μεγάλους θύλακες υποβάθμισης και γκετοποιημένες περιοχές

Η Αττική των 8 εκατομμυρίων κατοίκων θα είναι μια πόλη, η οποία θα έχει πολύ μεγάλους θύλακες υποβάθμισης.

Γιατί αυτό που γίνεται τώρα, που έχουν μαζευτεί πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν βρίσκουν δουλειά είτε Έλληνες είναι είτε μετανάστες και ζουν σε σχεδόν γκετοποιημένες περιοχές, είναι και αυτό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής….


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΠΥΡΟΥ ΚΟΥΒΕΛΗ

ΣΤΟΝ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ «FLASH»

ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ

...

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Και ακριβώς όπως αναφέρατε το παράδειγμα του Αμαρουσίου, σε όποια γειτονιά της Αθήνας να πάτε αλλά και της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας και του Βόλου και του Ηρακλείου, θα δείτε ότι γίνεται ακριβώς αυτό. Όλοι οι ελεύθεροι χώροι θεωρούνται εν δυνάμει κατασκευαστέοι για να γίνουν και άλλες οικοδομές και άλλες πολυκατοικίες. Δεν είναι αυτό που χρειάζονται οι πόλεις μας. Και πρέπει κάποια στιγμή να ξεφύγουμε και από την έννοια της φούσκας της γης. Δηλαδή όλα γίνονται αξίες γης επειδή μπορούμε να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτήν.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Γιατί εκεί βασίζεται και η ανάπτυξη, η οικονομική ανάπτυξη σε μεγάλο ποσοστό. Έτσι δεν είναι;

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Δεν είναι ανάπτυξη, γιατί όταν φτάνουμε στην κατάσταση να έχουμε τόσο μεγάλους καύσωνες και να ανεβαίνει η θερμοκρασία 1, 2, 3 βαθμούς το καλοκαίρι παραπάνω από αυτά που γνωρίζαμε και δεν μπορούμε να περπατήσουμε και μάλιστα όπως μου έλεγε και ο κ. Σανταμούρης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, αν οι καύσωνες που έχουμε το καλοκαίρι διαρκέσουν κάποιες μέρες παραπάνω, θα έχουμε χιλιάδες νεκρούς από τη μεγάλη ζέστη. Αυτό δεν είναι ανάπτυξη, λυπάμαι.

Και εκεί ακριβώς είναι και η κριτική μου αν θέλετε στο σχέδιο που ανέφερε ο κ. Σουφλιάς χτες, περίμενοντας να δω ένα καινούριο όραμα για την Αθήνα, ένα όραμα που να λέει ότι ωραία στα Μεσόγεια σήμερα έχουμε μια κατασκευή μιας καινούριας πόλης κάποιων εκατομμυρίων κατοίκων για την οποία δεν υπάρχει σχέδιο. Δεν το είδα αυτό στο σχέδιο πουθενά, να λέει δηλαδή ότι εδώ θέλουμε περιοχές που να είναι περιοχές οικοδόμησης κατοικίας κλπ. και να δούμε πόσες περιοχές κατοικίας χρειάζεται; Να φέρουμε και τον υπόλοιπο πληθυσμό της Ελλάδας στην Αθήνα και γύρω από την Αθήνα;

Πού θέλουμε να χωροθετήσουμε δράσεις βιοτεχνικές, βιομηχανικές κλπ. Ορίζει το ρυθμιστικό σύμφωνα με αυτά που λέει ο κ. Σουφλιάς σαν είσοδο, πύλη εισόδου από τον αέρα της Αθήνας τα Σπάτα, το αεροδρόμιο των Σπάτων. Μάλιστα, το γνωρίζαμε αυτό. Τι σημαίνει αυτό όμως; Σημαίνει ότι επειδή είναι πύλη εισόδου θα μαζέψουμε γύρω από το αεροδρόμιο όλες τις μεταποιητικές logistic κλπ. δράσεις; Και θέλουμε να το κάνουμε αυτό;

Επίσης να σας πω ένα άλλο, που για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικό. Συζητάμε σήμερα το ρυθμιστικό της Αθήνας που λέει τι πρέπει να κάνουμε, για τη μετακίνηση των εκατομμυρίων κατοίκων αυτής της πόλης κλπ. όταν ήδη έχει ο κ. Σουφλιάς ανακοινώσει τη χωροθέτηση και την κατασκευή των συγκεκριμένων οδικών αρτηριών που θα έπρεπε να ακολουθούν το σχεδιασμό το ρυθμιστικό. Όχι να έρχονται πριν από αυτό. Τι σχεδιασμός είναι αυτός;

Πρώτα ορίζουμε ποια είναι τα έργα και μετά να δούμε τι πάμε να εξυπηρετήσουμε.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Να ρωτήσω κάτι; Μήπως θα έπρεπε το ρυθμιστικό της Αθήνας να ξεκινήσει από το ρυθμιστικό της Πάτρας, της Σπάρτης και της Λάρισας; Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Δηλαδή βλέπω ότι εδώ πέρα δημιουργούμε μια πολιτεία να φιλοξενήσει 8.000.000 κατοίκους διάβασα σε ένα δημοσίευμα.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Δυστυχώς είναι κάτι που απαντήθηκε με λάθος τρόπο πριν από μερικούς μήνες από το εθνικό χωροταξικό πλαίσιο, όπου αυτό το εθνικό χωροταξικό πλαίσιο θα έπρεπε να λέει πώς θα κατευθύνουμε την ανάπτυξη και της πόλης κλπ. στην υπόλοιπη Ελλάδα και όχι στην Αθήνα και δευτερευόντως στη Θεσσαλονίκη.

Δυστυχώς σας θυμίζω ότι το εθνικό χωροταξικό πλαίσιο που πέρασε παρά τις αντιδράσεις τις καθολικές, χάρη και μόνο στη δεδηλωμένη, όπου η δεδηλωμένη τότε λίγο πολύ εξαναγκάστηκε αν θυμάστε με τον κ. Τατούλη πριν ακόμα διαγραφεί, είχαμε καταθέσει και μια κοινή επιστολή προς τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ ότι αυτό το χωροταξικό δεν ήταν σωστό.

Αυτό το χωροταξικό λέει ότι ο κύριος πόλος ανάπτυξης της Ελλάδας είναι ο άξονας Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Είναι δυνατόν να λέμε τέτοια πράγματα και να σχεδιάζουμε έτσι την ανάπτυξη της Ελλάδας εν έτη 2009 για τα επόμενα 15 – 20 χρόνια;

Σε ότι αφορά την αποκοπή της Ελλάδας από το δίπολο Αθήνα – Θεσσαλονίκη ήδη έχει τεθεί η λάθος βάση. Τώρα επαναλαμβάνουμε το ίδιο ακριβώς και για την Αττική.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Ναι αλλά ξέρετε το ένα συνδέεται με το άλλο.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Απολύτως.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Έτσι δεν είναι;

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Αν δεν δώσει κανείς τα κίνητρα για την οικονομική ανάπτυξη, τουριστική ανάπτυξη, γεωργική ανάπτυξη κλπ. στην υπόλοιπη Ελλάδα τι θα κάνουν οι άνθρωποι;

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Θα έρθουν στην Αθήνα.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Θα έρθουν εδώ.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Αυτό θα κάνει. Και μετά θα δημιουργήσουμε μια πόλη 8 – 10 εκατομμυρίων ανθρώπων. Έτσι δεν είναι;

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Μια πόλη, η οποία θα έχει πολύ μεγάλους θύλακες υποβάθμισης. Γιατί αυτό που γίνεται τώρα, που έχουν μαζευτεί πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν βρίσκουν δουλειά είτε Έλληνες είναι είτε μετανάστες και ζουν σε σχεδόν γκετοποιημένες περιοχές, είναι και αυτό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ξέρετε κ. Πολυδώρου.

Για μας αυτό είναι η λάθος ανάπτυξη. Γι΄ αυτό έχουμε πολύ σοβαρές αντιρρήσεις. Γιατί χτες έβγαλε ανακοίνωση ο κ. Σουφλιάς ότι αισθανθήκαμε την ανάγκη να πούμε κάτι αντιπολιτευτικό. Δεν είναι έτσι. Και πραγματικά εγώ θέλω να τιμώ τον κάθε πολιτικό και τον κάθε συνάδελφό μου, όμως εδώ πρέπει να προχωρήσουμε στην Ελλάδα του μέλλοντος.

Δεν μου αρέσει να κάνω αντιπολίτευση και κριτική για να κάνω αντιπολίτευση αλλά πρέπει να αλλάξουμε σελίδα σε αυτή τη χώρα και αν σκοπεύουμε στην Αθήνα να μαζέψουμε και άλλες δραστηριότητες και άλλη πίεση, δεν ποιούμε καμία υπηρεσία.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Εγώ αυτό που βλέπω κ. Κουβέλη είναι ένα σχέδιο, ένα ρυθμιστικό σχέδιο το οποίο θα δώσει μια οικονομική ώθηση τέλος πάντων, θα δώσει μια ανάπτυξη βασισμένη πάλι στην οικοδομή, εγώ αυτό βλέπω αλλά αυτό είναι κάτι βραχυπρόθεσμο, δεν είναι κάτι μακροπρόθεσμο. Είναι κάτι το οποίο νομίζω θα το πληρώσουμε μετά. Θα το πληρώσουμε μετά από 30, 40, 50 χρόνια. Όπως έγινε, γιατί δεν πρέπει να το ξεχνάμε, δεν πρέπει να ξεχνάμε τι έγινε στην Αθήνα τη 10ετία του ’50 και το ’60 με την αντιπαροχή. Τώρα το πληρώνουμε.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Ακριβώς. Και αν σχεδιάζουμε με το ίδιο σκεπτικό για τα επόμενα 15 χρόνια, ξεπερνάμε κάθε όριο πια. Μέσα στο γενικό συλλογισμό για το πώς είναι φτιαγμένο αυτό το ρυθμιστικό υπάρχουν κάποιες αρχές, τις οποίες εγώ είδα με πολύ μεγάλη ικανοποίηση. Αρχές που θέλουν να κινηθούν ενάντια σε αυτή τη συνεχή επέκταση των πόλεων, ακατάσχετα κλπ. σε επίπεδο αρχών μια χαρά τα βρίσκουμε αλλά στην πράξη τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά.

Σας αναφέρω χαρακτηριστικά αυτό που ειπώθηκε χτες στη συνέντευξη Τύπου, που λέει ότι οι νέοι, μάλιστα και προσωπική θέση του Υπουργού ότι από εδώ και πέρα λέει, ότι χρήματα διατίθενται και τα έσοδα των αυτοκινητοδρόμων θα πρέπει να πηγαίνουν στους ελεγκτές του μετρό. Και εγώ ερωτώ. Γιατί από εδώ και πέρα και αφού κατασκευάσουμε τους αυτοκινητόδρομους θα αρχίσουμε να το κάνουμε αυτό; Μήπως έχει έρθει ο χρόνος πρώτα να δούμε πως θα κάνουμε επεκτάσεις του μετρό, μέσα μαζικής μεταφοράς και μετά να δούμε τους αυτοκινητόδρομους επιτέλους σε αυτή τη χώρα;

Γιατί το από εδώ και πέρα είναι το ευκολότερο από όλα αλλά πρώτα πρέπει να δούμε πώς θα λύσουμε τα προβλήματα σήμερα και πώς θα σχεδιάσουμε σήμερα και σας ξαναλέω. Σε μια πόλη, η οποία δεν έχει αντιμετωπίσει και πόλη εννοώ όλο το λεκανοπέδιο πλέον, δεν έχει αντιμετωπίσει το ζήτημα των βασικών υποδομών για παράδειγμα αποχέτευσης στην ανατολική Αττική. Δεν έχει αντιμετωπίσει το ζήτημα της χωροθέτησης και της αντιμετώπισης της διαχείρισης των απορριμμάτων μέσα σε όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής, γιατί κακά τα ψέματα μετά από 2, 2,5 χρόνια δεν θα ξέρουμε τι θα κάνουμε με τα απορρίμματα.

Αυτές τις απαντήσεις θέλω να δώσει το ρυθμιστικό. Σε επίπεδο γενικών εξαγγελιών και προθέσεων όλοι άγιοι είμαστε.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Πάντως κ. Κουβέλη εγώ θα επιμείνω, νομίζω ότι θα πρέπει να δώσουμε έμφαση και στην Αθήνα και αναφέρομαι δηλαδή στις συνοικίες της Αθήνας, τη γειτονιά της Αθήνας, πρέπει να δώσουμε έμφαση εκεί, είναι τρομερά τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένη η ποιότητα ζωής. Ας κάνουμε επιτέλους μια βόλτα τι γίνεται στον Κολωνό, στην Ακαδημία Πλάτωνος, στην Κυψέλη.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Ξέρετε ότι, στο σύνολο της Αθήνας αντιστοιχούν 2,5 τετραγωνικά μέτρα πρασίνου ανά κάτοικο. Αν μέσα σε αυτό λάβει κανείς υπόψη του ότι υπολογίζουμε και την Εκάλη και τη Δροσιά και τη Δραπετσώνα, καταλαβαίνετε ότι κάποιοι κάτοικοι δεν έχουν καθόλου πράσινο. Αυτό είναι μια στατιστική…

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Όχι κάποιοι, εκατομμύρια κάτοικοι.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Ακριβώς.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Πολλοί.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Αυτό είναι μια στατιστική ντροπής για μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Κατά δεύτερον να σας πω ότι όπως ίσως ξέρετε πριν από κάποιες εβδομάδες ήμουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα απίστευτα θετικό παράδειγμα που είδα, είναι ότι σε κάποιες περιοχές προς την πλευρά του Βίλατζ, το Νότιο Μανχάταν, έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα εδώ και αρκετά χρόνια, όπου κάθε οικοδομικό τετράγωνο έχει ένα ή δύο μικρά πάρκα. Μικρά πάρκα εννοούμε χώρο ενός οικοδομικού τετραγώνου.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Ακριβώς.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Ξέρετε τι σημαντικό ρόλο παίζουν αυτά όχι μόνο στο πράσινο, στην ποιότητα της περιοχής αλλά και στην ένταξη απομονωμένων ομάδων πολιτών μέσα στον κοινωνικό ιστό; Είναι το μέτρο εναντίον της εγκληματικότητας.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Γι΄ αυτό σας λέω μήπως κάποια στιγμή θα έπρεπε να σκεφτούμε το μπουρλότο, να γκρεμίσουμε δηλαδή στην Αθήνα;

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Εγώ δεν θα πήγαινα σε τέτοιου είδους λύσεις.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Ξέρετε υπάρχουν κάποιοι επιστήμονες…

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Αν τα επόμενα 15 χρόνια βάλουμε αυτό σαν βασική παράμετρο, δεν υπάρχει κανείς λόγος να μην πετύχουμε.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Τι θέλω να πω. Υπάρχουν κάποιοι επιστήμονες, το γνωρίζετε πολύ καλύτερα από εμένα που λένε ότι ίσως η λύση στην Αθήνα να είναι τα ψηλά κτήρια. Δηλαδή να γκρεμίσουμε τέσσερις πολυκατοικίες να κτίσουμε ένα 20ώροφο κτήριο για να απελευθερώσουμε χώρο. Είναι και αυτή μια άποψη, η οποία μπορεί να έχει άλλα προβλήματα. Εντάξει.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Δεν χρειάζεται ούτε σε αυτό να πάμε. Αν χρησιμοποιήσουμε τις υποδομές και τους χώρους και το κέλυφος που είναι σήμερα ανεπτυγμένο στην Αθήνα, λίγο πολύ έχουμε καλύψει τις ανάγκες της Αθήνας. Νομίζω ότι από εδώ και πέρα η μαζική κατασκευή που έχει γίνει και τα προηγούμενα χρόνια και τώρα, γίνεται περισσότερο για λόγους υπεραξίας παρά για λόγους κάλυψης των αναγκών.

Μ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ: Όχι το θέμα είναι να βρούμε χώρο, ξέρετε να απελευθερώσουμε χώρο, να βρούμε ελεύθερο χώρο, να δημιουργήσουμε εκεί. Αυτό θέλω να πω.

ΣΠ. ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Ακριβώς. Αλλά ξέρετε υπάρχουν, υπάρχει μάλιστα καταγεγραμμένη και αξίζει να τη δει κανείς μια δουλειά που έγινε από την υπερνομαρχία Αθηνών – Πειραιώς που έχει καταγεγραμμένους όλους τους ελεύθερους χώρους της Αθήνας. Αν αυτούς τους ελεύθερους χώρους, που είναι οικόπεδα, που είναι μικρά παρκάκια, αποφασίζαμε να τους αξιοποιήσουμε, το ποσοστό πρασίνου στην Αθήνα θα αυξανόταν εντυπωσιακά πολύ. Έχει κάποιο κόστος αλλά πολύ μικρό σε σχέση με το τι κερδίζουμε σαν κοινωνία και σαν πόλη.

Αυτές είναι οι κατευθύνσεις που πρέπει να βάλουμε αν θέλουμε να αλλάξουμε το πράσινο και τον χαρακτήρα μιας πόλης που είναι πρωτεύουσα ευρωπαϊκή όπως επίσης να δούμε πώς θα αξιοποιήσουμε τους σημαντικούς χώρους πρασίνου. Και αναφέρομαι στο Γουδί, στο πάρκο Ζωγράφου, σε όλες αυτές τις περιοχές και στα ολυμπιακά ακίνητα.

Γιατί τα ολυμπιακά ακίνητα, όταν λέει στο προοίμιο της χτεσινής παρουσίας το ΥΠΕΧΩΔΕ θέλουμε να τα αξιοποιήσουμε σαν ελεύθερους χώρους, μα τα ολυμπιακά ακίνητα τα έβγαλε στο σφυρί η Νέα Δημοκρατία με τον νόμο που πέρασε το 2005. Δεν είναι πια ελεύθεροι οι χώροι. Έχουν βγει στο σφυρί για να γίνουν εμπορικά κέντρα. Ή το ένα θα κάνουμε ή το άλλο. Το να κάνουμε το ένα και να λέμε ότι θέλουμε να κάνουμε το άλλο, συγνώμη αλλά δεν είναι πειστικό.

(Οι υπογραμμίσεις του κειμένου...δικές μας).

Αναζήτηση Εργασίας

Εργασία από την Careerjet

Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας

 

Followers